Αν και βαδίζουμε στον αστερισμό των εθνικών εκλογών και το 2028 είναι μακρινό ακόμα, εν τούτοις υπάρχει μια κινητικότητα και ενδιαφέρον και για τις αυτοδιοικητικές εκλογές. Συνεπώς το επόμενο διάστημα θα είναι κρίσιμο και για τη δημοτική αρχή της Κομοτηνής και προσωπικά για τον δήμαρχο Γιάννη Γκαράνη.
Επίσης τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών θα επηρεάσουν εν μέρει και τους αυτοδιοικητικούς υποψήφιους, αναλόγως με τα αποτελέσματα που θα φέρουν τα κόμματα τους. Και φυσικά θα αλλάξουν και οι ισορροπίες τοπικά ανάλογα με το ποιους στήριξαν οι δημοτικές τους ομάδες από τους πρωτοκλασάτους υποψηφίους βουλευτές. Διαφορετική λοιπόν θα είναι η μάχη στο δήμο όμως όχι μόνο επειδή η καθημερινότητα της πόλης εξακολουθεί να δημιουργεί παράπονα και δυσαρέσκεια σε αρκετούς δημότες αλλά και επειδή σταδιακά διαμορφώνεται ένα διαφορετικό πολιτικό σκηνικό ενόψει των επόμενων αυτοδιοικητικών εκλογών.
Ο Γιάννης Γκαράνης έχει ήδη διανύσει δύο εκλογικές αναμετρήσεις ως επικεφαλής της «Κοινωνίας Πολιτών», κερδίζοντας τις εκλογές του 2019 και του 2023. Η επόμενη αναμέτρηση, εφόσον επιβεβαιωθούν οι σημερινές πολιτικές διεργασίες, δεν θα είναι ίδια με τις προηγούμενες. Και αυτό είναι ίσως το πρώτο στοιχείο που θα πρέπει να συνειδητοποιήσει η δημοτική αρχή. Δεν αρκεί πλέον η επίκληση των έργων που έχουν προγραμματιστεί, των χρηματοδοτήσεων που έχουν εξασφαλιστεί ή των δυσκολιών που προκύπτουν από τη γραφειοκρατία, τους αναδόχους και τα χρηματοδοτικά εργαλεία. Σαφώς και έχουν γίνει πολλά πράγματα, αλλά θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερα.
Ο δημότης κρίνει πρωτίστως αυτό που βλέπει καθημερινά μπροστά του. Βλέπει δρόμους που παραμένουν σε εκκρεμότητα, έργα που καθυστερούν, παρεμβάσεις που ξεκινούν και δεν ολοκληρώνονται στον προβλεπόμενο χρόνο και μια πόλη που σε αρκετά σημεία δίνει την εικόνα ότι περιμένει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ανάπλαση των 22 δρόμων, για το οποίο έχει καταγραφεί σημαντική καθυστέρηση, η δημοτική αγορά, η ανάπλαση της παλιάς νομικής, το φράγμα Συμβόλων με τις αδυναμίες των φακέλων και τα τεχνικά προβλήματα και άλλα.
Το πρόβλημα επομένως δεν είναι μόνο αν η ευθύνη για κάθε καθυστέρηση ανήκει στον δήμο ή στον εργολάβο. Πολιτικά ο δημότης δεν κάνει πάντοτε αυτή τη διάκριση. Θέλει να ξέρει πότε θα τελειώσει το έργο, τι θα γίνει με τον δρόμο του, πότε θα αποκατασταθεί η ταλαιπωρία του και ποιος τελικά έχει την ευθύνη να πιέσει ώστε να δοθεί λύση. Εδώ βρίσκεται και η ουσία.
Η δημοτική αρχή πρέπει να περάσει από τη λογική της διαχείρισης των προβλημάτων στη λογική της πρόληψης και της αποτελεσματικής διοίκησης. Ο δήμαρχος δεν μπορεί να εμφανίζεται διαρκώς ως αυτός που εξηγεί γιατί κάτι δεν προχώρησε. Πρέπει να εμφανίζεται ότι είναι αυτός που λύνει το πρόβλημα.
Αυτό οδηγεί στο δεύτερο μεγάλο ζήτημα που αφορά τον τρόπο διοίκησης του δήμου. Όταν μια δημοτική αρχή βρίσκεται για πολλά χρόνια στην εξουσία, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ένας συγκεντρωτικός τρόπος λειτουργίας. Οι αποφάσεις να περνούν από λίγα πρόσωπα, οι αντιδήμαρχοι και τα στελέχη να αισθάνονται ότι έχουν περιορισμένο χώρο πρωτοβουλίας και ο δήμαρχος να επιβαρύνεται τελικά με όλα. Αυτό δεν είναι μόνο πολιτικό πρόβλημα. Είναι και πρόβλημα αποτελεσματικότητας.
Ο Γιάννης Γκαράνης θα χρειαστεί λοιπόν να κάνει έγκαιρα μια ουσιαστική επανεκκίνηση στη λειτουργία της δημοτικής αρχής. Να δώσει περισσότερες αρμοδιότητες στα στελέχη του, να απαιτήσει συγκεκριμένα αποτελέσματα και κυρίως να καθιερώσει ένα σύστημα παρακολούθησης των έργων με σαφή χρονοδιαγράμματα.
Κάθε έργο θα πρέπει να έχει έναν υπεύθυνο, συγκεκριμένα στάδια υλοποίησης και δημόσια ενημέρωση για το πού βρίσκεται. Το ίδιο πρέπει να γίνει και με την καθημερινότητα. Καθαριότητα, φωτισμός, δρόμοι, πεζοδρόμια, πράσινο, κυκλοφοριακά προβλήματα, κοινόχρηστοι χώροι. Αυτά είναι που συναντά ο δημότης κάθε μέρα. Μπορεί ένας δήμος να έχει εξασφαλίσει εκατομμύρια ευρώ για μεγάλα έργα και την ίδια στιγμή να χάνει πολιτικά επειδή ο πολίτης βλέπει ένα χαλασμένο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι του και δεν βρίσκει λύση.
Και υπάρχει φυσικά και το πολιτικό ζήτημα των εσωτερικών αναταράξεων, με την πιθανολογούμενη κίνηση των δύο στελεχών που διαγράφτηκαν. Αν δηλαδή η Κλεοπάτρα Στογιαννίδου και ο Δημήτρης Καρασταύρου επιλέξουν να χαράξουν διαφορετική πορεία και να προετοιμάσουν τη δική τους κίνηση για τις επόμενες εκλογές. Προς το παρόν η βιασύνη τους να αποστασιοποιηθούν και η λογική του ανταρτοπολέμου στα δημοτικά συμβούλια δεν τους προσθέτουν καμιά δυναμική πέραν της επικοινωνιακής φθοράς της δημοτικής αρχής.
Αντίπαλος του επίσης όπως φαίνεται θα είναι η Βούλα Ελευθεριάδου. Θα κάνει το λάθος όμως να δεθεί με το άρμα της Νέας Δημοκρατίας με ένα κομματικό ψηφοδέλτιο όπως έπραξε ο Αντώνης Γραβάνης ή θα ποντάρει σε ένα πολυσυλλεκτικό ψηφοδέλτιο; Αυτό θα κρίνει την δυναμική και την πορεία της. Τα πρόσωπα των υποψηφίων της ομάδας και η αποδοχή τους με υπερκομματικούς συνδυασμούς έχουν προοπτική. Ειδάλλως δεν απειλείται η νυν δημοτική αρχή.
Όσο για την φημολογούμενη κάθοδο στο δήμο Κομοτηνής του αντιπεριφερειάρχη Μανώλη Ταπατζά μάλλον δεν έχει καμιά πολιτική βάση. Γιατί κανείς δεν ρισκάρει, ιδιαίτερα όταν ανήκει στον ίδιο πολιτικό χώρο με τον νυν δήμαρχο, αφήνοντας τη σιγουριά της Περιφέρειας. Δεν θα πρέπει όμως κανείς από τώρα να θεωρεί δεδομένο ούτε το τελικό σχήμα των υποψηφιοτήτων ούτε τις συμμαχίες που μπορεί να δημιουργηθούν. Μέχρι τις εκλογές υπάρχει χρόνος και στην αυτοδιοίκηση οι συσχετισμοί αλλάζουν γρήγορα.
Όσο για τις παρατάξεις της Λαϊκής Συσπείρωσης και του Σπάρτακου, αν και έχουν μια καλή παρουσία στα δημοτικά συμβούλια, εν τούτοις έχουν μια περιορισμένη δυναμική στους ψηφοφόρους. Επίσης άγνωστο είναι ακόμα αν ξεπηδήσει μια νέα δημοτική παράταξη από το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.
Ο Γιάννης Γκαράνης βέβαια έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα αφού διαθέτει την εμπειρία δύο δημοτικών θητειών και γνωρίζει πλέον πολύ καλά τον μηχανισμό του δήμου, τις υπηρεσίες, τα προβλήματα και τα χρηματοδοτικά εργαλεία. Και φυσικά έχει και την μεγαλύτερη στήριξη από την μειονότητα. Το ζητούμενο είναι αν θα αξιοποιήσει αυτή την εμπειρία για να αλλάξει ταχύτητα και να κινητοποιήσει την δημοτική μου ομάδα.
Η απάντηση όμως δεν βρίσκεται σε μια επικοινωνιακή εκστρατεία. Βρίσκεται και στην καθημερινή εικόνα της Κομοτηνής.
Ο δήμαρχος θα πρέπει να βάλει σε απόλυτη προτεραιότητα πέντε πράγματα. Την ολοκλήρωση των έργων που έχουν ήδη ξεκινήσει και λιμνάζουν, την προστασία των έργων που κινδυνεύουν να απενταχθούν ή να αλλάξουν χρηματοδοτικό εργαλείο, την επίλυση των προβλημάτων καθημερινότητας που δημιουργούν τη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια, την αλλαγή του τρόπου διοίκησης με περισσότερη ευθύνη και λογοδοσία στα στελέχη και την ανανέωση φυσικά της ίδιας της δημοτικής ομάδας με πρόσωπα που μπορούν να παράγουν αποτέλεσμα και όχι απλώς να στηρίζουν πολιτικά τη διοίκηση. Γιατί στο τέλος της ημέρας οι εκλογές δεν κρίνονται μόνο από τα μεγάλα έργα. Κρίνονται και από την αίσθηση που έχει ο δημότης για την πόλη του.
Ο Γιάννης Γκαράνης έχει χρόνο μπροστά του. Έχει όμως και μια σαφή προειδοποίηση. Ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση, εάν απέναντί του βρεθούν νέες δυνάμεις και σχηματισμοί και με το νέο εκλογικό σύστημα που οι εκλογές κρίνονται από την πρώτη Κυριακή, τα πάντα μπορούν να συμβούν. Το αποτέλεσμα δεν θα κριθεί στο ποιος έχει καλύτερο μηχανισμό αλλά και ποιος θα πείσει ότι μπορεί να διοικήσει καλύτερα. Και αυτό σημαίνει ότι ο δήμαρχος πρέπει να σταματήσει να κοιτάζει μόνο προς την επόμενη εκλογική αναμέτρηση και να κοιτάξει πρώτα προς την καθημερινότητα του δημότη. Να τελειώσει αυτά που ξεκίνησαν, να μη χαθούν αυτά που μπορούν να γίνουν, να διορθώσει όσα δεν λειτουργούν και να ξαναδώσει στην παράταξή του την αίσθηση μιας ομάδας που διοικεί και όχι μιας ομάδας που απλώς υπερασπίζεται τα πεπραγμένα της.
Γιατί η μεγαλύτερη πολιτική φθορά για μια δημοτική αρχή δεν είναι η σκληρή αντιπολίτευση. Είναι η συσσωρευμένη αίσθηση του πολίτη ότι «τίποτα δεν αλλάζει». Και αυτή ακριβώς την αίσθηση θα πρέπει ο Γιάννης Γκαράνης να προλάβει να την ανατρέψει.

Δημοσίευση σχολίου
Καλοδεχούμενα όλα τα σχόλια, επώνυμα και ανώνυμα. Πάντα όμως με σεβασμό στους άλλους αναγνώστες και στους νόμους. Ευχαριστούμε!